Άρθρα

O ρόλος της βιταμίνης D στην υγεία των οστών και «επέκεινα «

Δημοσιεύθηκε στιςΦεβρουαρίου 8, 2012 | By : | Κατηγορίες: Άρθρα | 0 Σχόλιο

O ρόλος της βιταμίνης D στην υγεία των οστών και «επέκεινα «

Nίκος Τσακαλάκος Ενδοκρινολόγος

 

 Η επιδημία της ανεπάρκειας βιταμίνης D

Η βιταμίνη D διαδραματίζει θεμελιώδη ρόλο στην βέλτιστη ανάπτυξη του σκελετού κατά τη παιδική και εφηβική ηλικία, στη διατήρηση της υγείας των οστών κατά την ενήλικη ζωή καθώς και στην νευρομυϊκή λειτουργία. Επί πλέον όμως φαίνεται να παίζει σημαντικό ρόλο και στη προφύλαξη από διάφορα νοσήματα.

Η βιταμίνη D κατά πάσα πιθανότητα θα αποτελέσει το πιο πολυσυζητημένο θρεπτικό συστατικό της δεκαετίας. Παρότι ακόμα δεν έχουν καθοριστεί τα ιδανικά επίπεδά της στο αίμα και οι συνιστώμενες ημερήσιες δόσεις πρόσληψής της, γεγονός παραμένει πως τεράστιο ποσοστό του πληθυσμού από τα νεογέννητα έως τους εύθραυστους ηλικιωμένους και αναρίθμητους στο ενδιάμεσο- έχει ανεπάρκεια σε αυτήν.

Η δράση της βιταμίνης  D στον σκελετό

Η πλέον γνωστή και από καιρό καθιερωμένη ωφέλεια της βιταμίνης D είναι η ικανότητά της να βελτιώνει την υγεία των οστών και του μυοσκελετικού συστήματος. Το σώμα χρειάζεται βιταμίνης D για να απορροφήσει το ασβέστιο. Τα παιδιά λοιπόν χρειάζονται βιταμίνη D για να χτίσουν γερά κόκκαλα και οι ενήλικοι για να διατηρήσουν τα οστά τους γερά και υγιή.

Έχει πλέον πολύ καλά τεκμηριωθεί ότι η ανεπάρκεια βιταμίνης D έχει σοβαρότατες συνέπειες: προκαλεί ανάπτυξη αδύναμων οστών και μεγάλη απώλεια οστικής μάζας (οστεοπενία), επιταχύνει και επιδεινώνει την οστεοπόρωση, η σοβαρή έλλειψη της προκαλεί μία επώδυνη νόσο των αστών που είναι  γνωστή σαν οστεομαλακία, και επιδεινώνει την μυϊκή αδυναμία, η οποία με τη σειρά της αυξάνει τον κίνδυνο για πτώσεις και κατάγματα. Αλλά και η ανεπάρκεια της βιταμίνης D έχει σαν συνέπεια τη μείωση της απορρόφησης του ασβεστίου αύξηση της παραθορμόνης (δηλαδή δευτεροπαθή υπερπαραθυρεοειδισμό) ο οποίος αυξάνει με τη σειρά του τον κίνδυνο για οστεοπόρωση και κατάγματα.

Εκτός όμως από τα οστά, σχεδόν κάθε όργανο και ιστός του σώματος, συμπεριλαμβανομένων του εγκεφάλου, της καρδιάς, των μυών και του ανοσοποιητικού συστήματος, διαθέτει υποδοχείς βιταμίνης D, γεγονός που υποδηλώνει ότι τη χρειάζονται για να λειτουργούν.

Οι εξωσκελετικές δράσεις της βιταμίνης  D -Τι δείχνουν οι μελέτες

Δεδομένα από πρόσφατες μελέτες  δείχνουν πως η ανεπάρκεια βιταμίνης D αυξάνει τον κίνδυνο να εκδηλωθούν, του μαστού και του προστάτη, υπέρταση και καρδιαγγειακές νόσοι, οστεοαρθρίτιδα και διαταραχές του ανοσοποιητικού, που μπορεί να προκαλέσουν λοιμώξεις και αυτοάνοσα νοσήματα, όπως η σκλήρυνση κατά πλάκας, ο διαβήτης τύπου 1 και η ρευματοειδής αρθρίτιδα. Εάν τε ευρήματα αυτά επιβεβαιωθούν από μεγάλες κλινικές μελέτες, η βιταμίνη D θα αποτελέσει σημαντικότατο όπλο στη θεραπευτική φαρέτρα για την πρόληψη των νοσημάτων αυτών.

Οι περισσότεροι σύγχρονοι άνθρωποι ακολουθούν έναν τρόπο ζωής που τους εμποδίζει να τροφοδοτήσουν τον οργανισμό τους με όση βιταμίνη D χρειάζεται, κύρια πηγή της οποίας είναι η υπεριώδης ακτινοβολία Β του ήλιου (UVΒ).

«Δεν εκτιθέμεθα στον ήλιο όσο θα έπρεπε και οι διατροφικές πηγές της βιταμίνης D είναι ελάχιστες», έγραψε προ εβδομάδων στην επιθεώρηση «Αrchives of Ιnternal Μedicine» ο δρ Εντουαρντ Τζιοβανούτσι, ερευνητής στη Σχολή Δημόσιας Υγείας του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ. Όπως εξήγησε, το 90% της βιταμίνης D παράγεται στο  δέρμα με τη βοήθεια της UV Β (ηλιακής ακτινοβολίας) και μόνο το υπόλοιπό 10% λαμβάνεται από τις τροφές.

Η διάγνωση της ανεπάρκειας ή έλλειψης βιταμίνης D

Ο καλύτερος τρόπος για να δει κανείς εάν έχει επάρκεια ή ανεπάρκεια βιταμίνης D είναι να μετρήσει με μία απλή λήψη αίματος τα επίπεδα της βιταμίνης D. Αυτά μετριούνται σήμερα στο αίμα ως 25 υδροξυβιταμίνη D (γράφεται και 25(ΟΗ) D). Παρόλο που δεν υπάρχει ομοφωνία, οι περισσότεροι ειδικοί συμφωνούν ότι για προστασία των οστών χρειάζονται επίπεδα 25(ΟΗ) D τουλάχιστον 30 νανογραμμάρια ανά χιλιοστό του λίτρου.  Άλλοι σε πρόσφατες μελέτες διαπιστώνουν ότι η μέγιστη οστική πυκνότητα επιτυγχάνεται με επίπεδα της βιταμίνης αυτής από 40 νανογραμμάρια ανά χιλιοστό του λίτρου και πάνω. Σήμερα, ελάχιστοι άνθρωποι φτάνουν σε τόσο υψηλά επίπεδα.

Συχνή η ανεπάρκεια

Η ανεπάρκεια της βιταμίνης D λαμβάνει σήμερα διαστάσεις επιδημίας. Παρότι τα περισσότερα τρόφιμα είναι εμπλουτισμένα με βιταμίνη D, οι ειδικοί λένε πως σπανίως είναι εφικτό να προσλάβει κάποιος τις απαιτούμενες ποσότητες μέσω του φαγητού. Οι κύριες διατροφικές πηγές της είναι τα άγρια λιπαρά ψάρια (σολομός, σαρδέλα, μουρούνα και τόνος), το εμπλουτισμένο γάλα, τα δημητριακά και ο χυμός πορτοκαλιού.

Ποιός βρίσκεται σε κίνδυνο για έλλειψη βιταμίνης D;

Οι κάτοικοι της Δύσης παράγουν βιταμίνη D κυρίως το καλοκαίρι, οπότε φορούν λίγα ρούχα και εκτίθενται πιο συστηματικά στον ήλιο. Ωστόσο, όσο λιγότερο εκτίθεται κάποιος στον ήλιο, όσο πιο σκούρο είναι το δέρμα του και όσο περισσότερο αντηλιακό χρησιμοποιεί τόσο λιγότερη προβιταμίνη D παράγει το δέρμα του. Όσοι αποφεύγουν πάση θυσία την ηλιακή ακτινοβολία, τα βρέφη και όσοι ζουν σε γηροκομεία ή ιδρύματα από τα οποία σπανίως βγαίνουν, κινδυνεύουν να παρουσιάσουν σοβαρή ανεπάρκεια της βιταμίνης.

Τέλος οι παχύσαρκοι και οι σοβαρά υπέρβαροι καθώς και αυτοί που πάσχουν από μερικά νοσήματα, όπως του γαστρεντερικού συστήματος, έχουν αυξημένο κίνδυνο για ανεπάρκεια  βιταμίνης D.

Ο δρ Μάικλ Χόλικ, κορυφαίος ειδικός στη βιταμίνη D από το Πανεπιστήμιο της Βοστώνης και συγγραφέας του βιβλίου «Τhe vitamin D solution» (Εκδ. Ρenguin Ρress) που μόλις κυκλοφόρησε στις ΗΠΑ, είπε σε πρόσφατη συνέντευξη ότι όλοι μας πρέπει να έχουμε επίπεδα βιταμίνης D από 30 νανογραμμάρια και πάνω. Ο μέσος Καυκάσιος έχει μόλις 18-22 νανογραμμάρια, ενώ όσοι έχουν αφρικανική καταγωγή αλλά ζουν στη Δύση έχουν μόλις 13-15.

Ο δρ Χόλικ πιστεύει πως αυτά, τα τόσο χαμηλά επίπεδα ευθύνονται για το υψηλό ποσοστό χρόνιων νοσημάτων που παρατηρείται στη Δύση. «Στη Φινλανδία όταν άρχισαν να χορηγούνται στα νεογέννητα 2.000 διεθνείς μονάδες (ΙU) βιταμίνης D την ημέρα, η συχνότητα του διαβήτη τύπου 1 μειώθηκε κατά 88%», λέει.

Οι συστάσεις

Πρόσφατες κλινικές έρευνες παρέχουν αφθονία δεδομένων που υποστηρίζουν τη σημαντική αύξηση της συνιστώμενης δόσης της  βιταμίνης D

Έτσι το Εθνικό Ίδρυμα Οστεοπόρωσης των ΗΠΑ( National Osteoporosis Foundation-NOF) συστήνει σε ενήλικες μέχρι 50 ετών τη λήψη 400-800 ΙU βιταμίνης D την ημέρα, και άνω των 50 ετών  800- 1000 ΙU την ημέρα.. Ας σημειωθεί ότι η μέγιστη ημερήσια συνιστώμενη δόση, συμφώνα με τις συστάσεις του Ινστιτούτου Της Ιατρικής( Institute Of Medicine-IOM) ήδη είναι 4000 IU.

Ο δρ Χόλικ και άλλοι ειδικοί συνιστούν καθημερινή λήψη ενός συμπληρώματος των 1.000 έως 2.000 ΙU για όλους όσοι δεν εκτίθενται στον ήλιο, για τις εγκύους και τις μητέρες που θηλάζουν τα μωρά τους και για όσους έχουν περάσει την ηλικία των 50. Από την πλευρά της, η Αμερικανική Ακαδημία Παιδιατρικής συνιστά να χορηγείται καθημερινά στα νεογέννητα ένα συμπλήρωμα των 400 ΙU, μέχρις ότου φτάσουν στο σημείο να πίνουν καθημερινά περισσότερο από ένα τέταρτο του λίτρου εμπλουτισμένο γάλα .

Όλοι οι άλλοι πρέπει να βγαίνουμε το καλοκαίρι στον ήλιο. Πώς; Ο δρ Χόλικ συνιστά να βγαίνουμε 2-3 φορές την εβδομάδα για 5-10 λεπτά, από τις 10 το πρωί έως τις 3 το μεσημέρι, χωρίς να φοράμε αντηλιακό ή/και πολλά ρούχα. Αντηλιακό πρέπει να βάζουμε μόνο στο πρόσωπο (αυτό πρέπει πάντοτε να είναι προστατευμένο).

Γιατί χωρίς αντηλιακό; «Διότι ένα αντηλιακό με δείκτη προστασίας 30 απορροφά 95%-98% της UVΒ», απαντά.

Με αυτή την έκθεση στον ήλιο, και το δέρμα δεν βλάπτεται και ο οργανισμός παράγει όση βιταμίνη D του χρειάζεται για όλο τον χρόνο. Τέλος ο σημαντικός ρόλος της Βιταμίνης D στην απορρόφηση του Ασβεστίου και την εναπόθεσή του στα οστά, την καθιστούν εντελώς απαραίτητη στον οργανισμό, καθώς και απαραίτητο συστατικό των συμπληρωμάτων ασβεστίου.